Νοστάλγησα την ατραπό με
τα μεγάλα δέντρα και τα πυκνά τους φυλλώματα που
περπατούσαμε αμέριμνοι στον
μύθο μέσα και στ’ όνειρο κι
ο χρόνος κυλούσε αργά και ανάλαφρα σαν
την γαλήνη που τραγουδάει πριν
την απογυμνώσει η θύελλα. Την
έλξη νοστάλγησα την
ποθητή εκείνη έλξη που δονούσε το σύμπαν και
προσκαλούσε να γευτούν οι αισθήσεις μας τα
ευωδιές των ποιημάτων καθώς
ο ουρανός μας έραινε με λιακάδες και χιόνια και
οι βροχές των αιώνων κυλούσαν
αισθαντικά στο κορμί μας. Νοστάλγησα
τη θητεία μας στο Καλοκαίρι τότε
που ήλιος και έρωτας άφηναν
τα σημάδια τους έκδηλα στα
αναψοκοκκινισμένα πρόσωπά μας και
τις νύχτες ανάβαμε με ευλάβεια τ’ άστρα προσκαλώντας
να προσέλθει η μουσική να
χορέψει ταγκό με το πάθος. __
Κάποια μέρα ωστόσο, οφείλω να
σταματήσω να νοσταλγώ. Θα
επιστρέψω τότε κρυφά στα οικεία μας μέρη θα
προσπεράσω τα πάθη αλλοτινών εποχών θα
σπάσω τον κοινό παραμορφωτικό μας καθρέπτη ατενίζοντας
κατά πρόσωπο την
ζοφερή μας πραγματικότητα.
Με
τα μάτια στραμμένα στη θύελλα από
μακριά σε θωρώ καθώς έρχεσαι γεμάτη
με ευώδεις ανθούς, αγαπημένη. Ο
δρόμος μικραίνει, στενεύει και χάνεται καθώς
της θωριάς σου η λάμψη καταλύει
το χρόνο. Σε
νιώθω που σπεύδεις που
πλησιάζεις, που φτάνεις ωραία
της μυαλού εσύ παρουσία κι
οι λέξεις νωθρές και αδύναμες ανείπωτες
μένουν θροΐσματα
άηχα στη βουή του ανέμου. Σύγκορμος
της χαράς ο σφυγμός απαντάται
στα σύννεφα με
την αιθέρια πλάνη τη
στιγμή που ένα μέτοικο άστρο απεκδύει
τη νύχτα ημερεύοντας
με την αίγλη του την
αψίθυμη μνήμη. ΥΓ:
Και η σελήνη, μη θαρρείς, με
τις δικές μας αυταπάτες γεμίζει.
Άνθη από μύριους κήπους της αισθαντικής νοσταλγίας ηδύ Καλοκαίρι απλωμένο στη ματιά του ήλιου που φέγγει αναρριχώμενα άστρα που τις νύχτες καθαίρουν έλα να σμίξουμε κρεμασμένοι στα πάθη που σείονται να χαράξουμε ατραπούς της μέλλουσας θύμησης να γίνουμε χορευτές των κυμάτων.