ο λυγμός της ματαίωσης
ανταμώνει στον άνεμο
με έκπτωτους έρωτες
και θυμάται
Ό,τι απέμενε από πάθος
που έσβησε
είναι το αδιατάρακτο τίποτα
και η στάχτη
Τάκης Τσαντήλας
[ Κάπου πρέπει να σείεται το φως για να μπορούν τα όνειρα να καίνε, να λένε, ν' αγάλλονται ]
Κοίταξα
την οδύνη κατάματα
κι αίφνης απ’ τ’ αφρισμένο τίποτα
ξεπρόβαλλε το διαυγές χαμόγελο
της ποθητής ελευθερίας
Δεν έχει αρχή η θύμηση
δεν έχει τέλος η λήθη
βαθιά πολύ μέσα στις φλέβες μας
θ’ ανθίζει πάντα η εξέγερση,
στις πικρές ματαιώσεις μας η ασύνορη αγκαλιά
Πέρα απ’ τον προορισμό υπάρχει το ταξίδι
πέρα απ’ το ταξίδι υπάρχει η θέαση
μη λησμονείς ποτέ τη θέαση
είναι η πηγή που σε ξεδίψασε
και σε ανύψωσε ψηλά στα σύννεφα
έτσι που να ακούς αισθαντικά βιολιά
ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν
Άφυλη είναι η νοσταλγία
άχρονη είναι η προσμονή
δεν κάμπτεται ο νους από το τέλμα
δεν καταστέλλεται ο σφυγμός απ’ τη φθορά
δέσμες φωτός, μες στην ομίχλη, θ’ αναφύονται
δεικνύοντας επίμονα την ομορφιά
Τάκης Τσαντήλας
Με
ψάχνω
σκυθρωπό και ρακένδυτο
σε απόμερους δρόμους
που ενδημούν ερημιά
συννεφιά
κι απουσία
Στο κενό σου με ψάχνω
που με θέλγει από πάντα
προσμονώντας το φως
το αμέρωτον φως
που ανάβει ανάσες
που φλογίζει αισθήσεις
και εισδύει στ’ ανείπωτα
Με ψάχνω χαμένο
στην βαθιά σου σιωπή
και στ’ απόβροχο βλέμμα σου
καθώς παρεισφρέεις
- κι απόψε - στη νύχτα
ποθητή και διάφανη
όπως τότε
που φιλιά και αγγίγματα
κοινωνούσαν το σώμα μας
προσεγγίζοντας την αθανασία.
Τάκης Τσαντήλας
Αναμένω
την ευωδιά της θωριάς σου
σε κάθε τραίνο
σε κάθε σταθμό
που κατεβαίνεις
και σε βλέπω να έρχεσαι
με σημαία "εμείς"
ν’ ανεμίζει στα χέρια σου
και τη σελήνη ν’ ανάβει
ανάβοντας ως το κόκκαλο
επιθυμία και θύμηση
και την αίσθηση
πως ο έρωτας είναι ίσως
το μόνο εμπύρετο ποίημα
που δύναται
να μας απεκδύει αργά
και να μας παραδίδει
- έστω εφήμερα -
στην αθανασία
Τάκης Τσαντήλας
Η
περπατησιά της ζωής δεν είναι μονοδιάστατη.
Κυλά ακανόνιστα με βήματα και με κύματα.
Με φόντο τη μνήμη, την αίσθηση και την παραίσθηση.
Την ευαισθησία, την άποψη, τη συναισθηματική φόρτιση.
Ανταμώνει συχνά με τη διάπυρη επιθυμία και την προσμονή της αυγής που θα
φωτίσει και θ' αλλάξει τον κόσμο.
Με την πλάνη μας - γοητευτική και επίμονη - πως η έφοδος στον ουρανό των
ονείρων μας είναι εφικτή εδώ και τώρα.
Με την ποίηση των θαυμάτων και τη μουσική των χρωμάτων.
Τάκης Τσαντήλας
Σμίγουν
οι ανάσες μου με τις βροχές
ξυπνούν οι θύμησες
κι αλώνουν όνειρα και πλάνες
μ' αχνό το φως
κι ανάλαφρο αεράκι δειλινού
Ακίδες θύμησες
χαράσσονται βαθιά
μες στη σιωπή μου
Τάκης Τσαντήλας
"Ιχνηλατώντας τη σιωπή"
Να
υμνείς τη φωτιά
που ο έρωτας άναψε
μέσα σου
Να λες, είμαι ευτυχής
που με βρήκε το πάθος
και μ' έκαψε
Τάκης Τσαντήλας
Η
μέρα μας έδυσε τόσο απρόσμενα
που δεν προλάβαμε
να δούμε τα υγρά μάτια
της λαβωμένης λιακάδας
το πνιχτό σπάραγμά της
καθώς άγγιζε με κατάνυξη
τα νεκρά άνθη της άνοιξης.
Έτσι οι νύχτες μας
ενδύθηκαν με το έλασσον φως
μέτοικων άστρων
και βγήκαν αμίλητες
στα μπαλκόνια.
Προτροπή ζωής είναι ετούτη
η παράξενη άνοιξη
μας κυνηγάει ο άνεμος
μας κυνηγούν τα ποιήματα
μας κυνηγάει ο καιρός
κι εμείς προσπαθούμε να διαφύγουμε
γεμάτοι φλογερές επιθυμίες
με τα δύσοσμα τραίνα της νύχτας
που δεν ξεκινάνε ποτέ.
Τάκης Τσαντήλας
Εκεί
σε βρίσκω
Στις αλκυονίδες μνήμες αιώνων
Που μας πάνε πολύ μακριά
Σε αστρικά ταξίδια
Που μας φέρνουν πιο κοντά
Τόσο που γέρνω
Και σ’ αγκαλιάζω
Τάκης Τσανττήλας
Τάκης Τσαντήλας
Κι
όταν όλα θα καταρρέουν με πάταγο
Εμείς - σε πείσμα
των καιρών και των κριμάτων -
θα παραμένουμε όρθιοι
ακουμπώντας ανάλαφρα
ο ένας στον ώμο του άλλου
εμμένοντας με συνέπεια στον αέρα
στο λόγο
στο φως
και θ' ανελκύουμε αξίες ζωής ανοξείδωτες
από τα βάθη των αιώνων
Τάκης Τσαντήλας
"Σεπτά κι ανερυθρίαστα"
Εκδόσεις "Συμπαντικές διαδρομές" / 2015
Έναν
χώρο μαζί σου
να μας συγκινεί και να μας ανέχεται
έναν ουρανό να μας αποδέχεται
για να κοινωνούμε στα άστρα
όλα αυτά που ποθούμε
που προσδοκούμε
που σιχτιρίζουμε.
Κι έναν ορίζοντα διαυγή και φιλόξενο
που να μπορούμε ενίοτε
να τον προσεγγίζουμε.
Τάκης Τσαντήλας
Από
ποίημα σε ποίημα, σαν από νησί σε νησί, ο δημιουργός σκιρτά. Αφήνεται στην
παλίρροια των λέξεων ρισκάροντας την αμοιβαία μελαγχολία. Οι φλοίσβιες ανάσες
του γίνονται γρηγορότερες και επικρατεί η αγωνιώδης παρόρμηση να κοινωνήσει τον
έρωτα σε κάθε συχνότητα. Η μνήμη και η λήθη σε πλήρη ισορροπία μεταξύ τους
καραδοκούν σε κάθε στίχο να κλέψουν τον ποιητή και μαζί του τις μάχες που τον
γεννούν πικρό και περήφανο. Γίνονται στα χέρια του γραφίδα κι εκείνος - ασύντακτος
στη μοίρα - περιφρονεί το φθαρτό και υμνεί το αθάνατο έπος, τον Έρωτα.
Πλάι
του το Εγώ και το Εμείς συνασπίζονται αρχέγονα, ατελεύτητοι θεοί στο πάνθεον
των ποιημάτων που τον ξημερώνουν υποταγμένο στο παρόν. Σαν “σε δείπνο εραστών που κοιμούνται” κινείται κυκλωτικά κι επίμονα - οριακά
επίορκα - καθώς αποτινάσσει σταδιακά κάθε “ίχνος
σκόνης”, “φτάνει ν' αντέξει ο νους”. Ιδανικά, ο νους αντέχει, καλλιφρονεί
στα μετέπειτα φεγγάρια, “το φιλί
ανεμίζει ασύνορο / στα οδοφράγματα της εξέγερσης”. Αυτή η νοσταλγική
εξέγερση οδηγεί στα απέραντα κατατόπια που έχουν πόνο κι “κι αθώρητα δάκρυα”, αυτή “απεκδύει
αργά /
σφριγηλά και παλλόμενα / σώματα”. Ο χρόνος του μόνιμος
δραπέτης, μόνιμη και “η αναρρίχηση στον
ιστό των παθών”.
Απροσάρμοστος
και βαθιά ουτοπικός αναζητά διακαώς “το
φως της αυγής που μας έκρυψαν”. Το ανακαλύπτει διαλύοντας εαυτόν “βαθιά πολύ στα ενδότερα της σάρκας”. Ορμώμενος από τα βάθη του και τον πνιγμό, από
τον “σπόρο στη στάχτη”, σκάβει
νυχθημερόν για την αλήθεια εκείνου του καιρού που η αφθονία των άστρων δεν
αφήνει περιθώρια για οπισθοχώρηση, για μπάλωμα, για παραίτηση. Η μόνη απόσχιση
είναι από “το αναίσχυντο τέλμα” του.
Κρατώντας
αισθαντικά την ύλη και το πνεύμα του έτερου μισού, “διασχίζει με κατάνυξη το σύμπαν” ζητώντας την εξιλέωση των μεγάλων
ερώτων, τον “ξεσηκωμό του άφθαρτου
λόγου”, την αγαλλίαση των ονείρων. “Βαθιά
στις ανάσες τους, κατοικεί το αμάραντο χάδι”. Εκεί, “το αόρατο κι ανεξήγητο θαύμα της στιγμής, της ροής, της ζωής” κυοφορεί
“το βαθύτερο εσωτερικό τους φως” και γεννά τη “μυθική αξίνα της ελευθερίας”.
Αέναος
και ακύμαντος στο διηνεκές της ελπίδας, φράσσει το στερέωμα για ιδία χρήση.
Εξακολουθητικά, με πίστωση αόρατου χρόνου, αποζημιώνει τον κοινωνούντα με
εδράζουσες απολήξεις ερωτικών σκιρτημάτων, διάσπαρτες και αποκλίνουσες, όπως
ακριβώς η δύναμη της ζωής που ξεστρατίζει μέσα του. Κατακερματίζεται και
ενώνεται σαν τράπουλα που ξαναμοιράζεται κάθε πρωί. Κι εκείνος με σκονισμένη
αμφιθυμία της αφαιρεί κάθε άσσο και την καθηλώνει.
** Η τελευταία μου εργασία στο "Μαθητεύω
Ποίηση" της κ. Βασιλικής Νικοπούλου στάθηκε μια πραγματική αποκάλυψη. Να βουτάς
στις "εγγραφές" του δημιουργού για να τρυγήσεις την παραμικρή σταγόνα
ύπαρξης και ανυπαρξίας. Σας αφήνω να εξερευνήσετε
τον ποιητικά αισθαντικό κόσμο του Τάκη Τσαντήλα και σάς προτρέπω να διαβάσετε το
βιβλίο του "Υστερόγραφα με παραλήπτη" από τις Χρόνος Εκδόσεις.
Ίσως
διαπιστώσετε ότι τελικά το βιβλίο "διάβασε".... εσάς!
Ελευθερία Γοργογιάννη /
Εκπαιδευτικός – Λογοτέχνης / 18.01.2021
https://omfthlog.wordpress.com/2021/02/25/%ce%b2%ce%bf%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7-%cf%84%cf%83/
Όλα
τα πράγματα στη ζωή θέλουν τρόπο.
Ο τρόπος είναι αυτός που καθορίζει την εξέλιξη τους.
Τα μικρά και μεγάλα εκείνα βήματα
που μας απεγκλωβίζουν
από την ομηρία της αγνωσίας.
Που αλλάζουν τη θέση, τη φορά, την ματιά
που βλέπουμε τον κόσμο.
Που τον μαθαίνουμε ξεμαθαίνοντάς τον.
Ο κόσμος αλλάζει από την στιγμή που συνειδητοποιούμε
πως τίποτα δεν είναι αυτονόητο
τίποτα δεδομένο
τίποτα στατικό.
Πως όλα είναι διεκδικήσιμα ως μια Κυριακή της ανάστασης.
Τάκης Τσαντήλας
Στους
εντός μας
της αγάπης ναούς και της μέθεξης
περισσεύει το λίγο
το πιο λίγο
το ελάχιστο
το αντίδωρο χάδι μοιράζεται
το δάκρυ ευωδιάζει
το εγώ θρυμματίζεται
ο λόγος μαζί με το φως ανυψώνονται
σελαγίζουν στο άπειρο
μέρα και νύχτα
νύχτα και μέρα
αναδείχνοντας το εμείς
του αρραγούς
του ατελούς
του ωραίου.
Τάκης Τσαντήλας